Αφιερώματα

Ανάσταση με Ποίηση- 3 Ποιήματα

Από μικρό παιδί, κατά πάσα πιθανότητα, γιορτάζεις το Πάσχα με την οικογένειά σου. Σίγουρα έχεις περάσει ώρες ατελείωτες με τη γιαγιά και τον παππού στην εκκλησία, να ρωτάς κάθε πέντε λεπτά “πότε θα φύγουμε”, για να πας να παίξεις έξω. 

Προσωπικά θυμάμαι το Πάσχα στο χωριό, στο σπίτι μας που είναι μακριά από όλα τα άλλα. Στον τεράστιο κήπο της γιαγιάς κυνηγούσαμε μυρμήγκια και, τις βροχερές ημέρες, σαλιγκάρια. Καθόμασταν τα βράδια με κρύο στο τζάκι και βλέπαμε με τους γονείς και τα ξαδέρφια μου ότι είχε η τηλεόραση. Διαβάζαμε βιβλία και φυσικά πηγαίναμε στην εκκλησία. Το Πάσχα έχει μια τόσο ευλαβικά μακάβρια αίσθηση, μια χαρμολύπη, για εμένα που το νιώθω μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Μπορεί να μην είμαι άτομο θρησκευόμενο και να μην πηγαίνω στην εκκλησία μα το Πάσχα είναι ένα κομμάτι πολιτισμού, ένα κομμάτι της δικής μου ταυτότητας το οποίο έχω μέσα μου όπου κι αν βρίσκομαι.

Ιδιαίτερα η Ανάσταση φέρει μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα. Είναι η μετάβαση από τη λύπη στη χαρά, από το θάνατο στη ζωή. Είναι και μια προσωπική μετάβαση ίσως. Είτε πιστεύεις στο Θεό, σε οποιονδήποτε Θεό, ή όχι, μπορεί αυτή η γιορτή του Χριστιανισμού να συμβολίζει για εσένα την ένωση της ψυχής με το σώμα σου, η επιστροφή της συνειδητότητας σε εσένα από μια περίοδο αποσύνδεσης από τον εαυτό σου.

Φυσικά η μετά θάνατον ζωή και η Ανάσταση έχει απασχολήσει και τους ποιητές καθώς συνήθως ο θάνατος είναι βασικό θέμα στην ποίηση. Μιας και βρισκόμαστε λοιπόν στην κορύφωση του Ορθόδοξου Πάσχα, ας διαβάσουμε κάποια ποιήματα για την Ανάσταση από την Κική Δημουλά, τη Ζωή Καρέλλη και τον Τάσο Λειβαδίτη. Όμορφα γραμμένα, εκπνέουν ένα πένθιμο αίσθημα, εκφράζουν απώλεια του εαυτού, κοντινών ανθρώπων, πίστης και μας κάνουν να νιώθουμε λίγο περισσότερο άνθρωποι.

Απολαύστε τα!

Κική Δημουλά- Μεγάλο Σάββατο

Ευχές κροτίδες και φιλήματα ανταλλάσσουν
οι άγιες μέρες μεταξύ τους
κι εγώ χτυπώ την πόρτα σου

όχι για να εισέλθω μολονότι
κατάλληλο είναι το σώμα που φορώ
με προϋπηρεσία έντιμη μακρά
έξωθεν του Νυμφώνος.

Βγες άφοβα.
Όχι ανταπόκριση απόκριση ζητώ
το φίλημα εκείνο που έριξες
από το ύψος ευγενέστατης ευχής
Καλή Ανάσταση
και σφάχτηκε ο λαιμός με το γιακά μου
ήταν από τα κέρματα που ρίχνουμε
στο δίσκο του εθίμου;
ήταν στο τίμιο ξύλο μου αγκίδα
περιγελαστική;
ήταν μια γενναιόδωρη έμπνευση
πτωχής αδιαφορίας;

Σε ρωτώ
γιατί δε είδα ταμπελίτσα
δεν είδα να αναγράφεται
το μέγεθος και η σύνθεση της θέρμης
ούτε και είδα τυπωμένη
τη μάρκα των χειλιών σου πουθενά.
Ανώνυμο τελείως
λαθραίο δηλαδή το πως να αισθανθώ.

Από τη συλλογή ποιημάτων της Κικής Δημουλά, Χλόη Θερμοκηπίου. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, 2005. Πηγή: Tetragwno.gr

Ζωή Καρέλλη- Πριν την Ανάσταση

Ίσως να ήταν περί το μεσονύχτι,
πριν ή μετά, δεν ξέρω, ξύπνησα
στο σκοτάδι όμως, θαρρείς,
δεν ανοίγουν τα μάτια.

Τι ώρα πηγαίναμε στην εκκλησία τότε;
Κάποτε δεν κοιμόμασταν, περιμένοντας,
ή μας έπιανε ύπνος ελαφρύς
και ξυπνούσαμε καλοδιάθετοι,
με τις πρώτες καμπάνες.

Χρόνια τώρα, δεν πηγαίνω στην εκκλησία.
Χάνεται μέσα μου η σημασία της,
ώσπου πια καθόλου… Είναι δυνατόν,
τίποτα να μην απομένει
απ’ την εύχαρη του ανθρώπου ηλικία;
Πόσο είχα παρακαλέσει, ώσπου έπαψα.
Ανάσταση περίμενα απ’ τις φτωχές μου
αισθήσεις, του σώματος. Αν όχι τίποτ’ άλλο,
τώρα, που δεν πιστεύω, γνωρίζω
την αμαρτία μου.
Πόσο ήταν ωραία, τότε…
Στεκόμασταν στον αυλόγυρο,
γεμάτον κόσμο ελεύθερο. Γελούσαν,
μιλούσαν οι άνθρωποι.
Η ορθοδοξία
αφήνει ακέριο το πνεύμα της προσφοράς.
Ελεύθερα να προσέλθω σε σένα, Κύριε.
Οι άνθρωποι φαίνονταν ξεκούραστοι,
την γιορτή περιμένοντας, το αύριο
νάρθει της χαρούμενης μέρας,
έλαμπε το βλέμμα, το πρόσωπο.

Με πνίγει τούτο το σκοτάδι.
Δεν θέλω ν’ ανάψω το μέτριο φως.
Θα μου στερήσει τα ενθύμια που βλέπω,
τα πράγματα ορίζοντας γύρω μου.
Πώς περιμέναμε την Ανάσταση!
Δίχως αμφιβολία έρχονταν η Λαμπρή,
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».
Άνοιγαν οι πύλες, η πομπή προχωρούσε
με ψαλμούς κι’ εξαπτέρυγα, άστραφταν
τα πολύτιμα, άναβαν μυριάδες τα κεριά
των χριστιανών, φλόγες πίστης,
σημείο χαράς.
Μιαν μικρήν εικόνα της Ανάστασης
είχε η ενορία μας. Σπρωχνόμασταν
για ν’ ασπαστούμε, οχλαγωγή. Γελούσαν
χαρούμενοι οι πιστοί, στα χέρια
κόκκιν’ αυγά, άναβαν βεγγαλικά
κι’ οι μεγαλείτεροι σαν τα παιδιά.

«Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Μένω ξαπλωμένος, δεν ανάβω το φως,
δεν περιμένω τίποτα.
Δεν πάω με τους άλλους να μοιραστώ
την πλάνη της χαράς.
Χαρά δεν υπάρχει;

Υπάρχει πάντα η ανάσταση,
όχι ορισμένη και πιθανή,
υπάρχει απίθανη περίλαμπρη δόξα,
η φωτεινή έκσταση, δεν μπορούν
δίχως αυτήν οι άνθρωποι,
που περιμένουν σε νηστεία και προσευχή.

«Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα, φαίνεται.
Δεν ακούω τους χαρμόσυνους ήχους.
Πόσο ακόμα και τότε, σαν η καταστροφή
της άρνησης, η αμφιβολία είχεν αρχίσει,
με συγκινούσε βαθιά η χαρά
πάνδημη του κόσμου συμμετοχή, στην γιορτή.

«Χριστός ανέστη». Ύμνος κι’ οι κρότοι
των όπλων κι’ όλες οι καμπάνες μαζί,
σ’ όλην την πόλη κι’ οι άνθρωποι
όλοι μαζί είχαν την ίδια χαρά,
τέλειωνε η προσφορά της προσπάθειας,
τους πένθους, της συλλοής.

Κοιτάζω το παρελθόν.
Δεν σ’ αρνιέμαι, Κύριε, της αγάπης,
της ανάστασης ένδοξης του ανθρώπου.
Πολλή με σκεπάζει αμαρτία της γνώσης,
όμως θα περιμένω μιαν αρχή της αγάπης
ξανά, που δίνεται παρηγοριά
της θλιμμένης επίμονης σκέψης.

Αρχή, χαραυγή,
«ήν δε όρθρου βαθέος…»
Να πιστέψουμε στην ημέρα της ζωής.
Ελπίδες, αναμνήσεις δεν αρκούν
οι κόποι. Η σκέψη θολώνει
το κόκκινο της θυσίας αίμα.

Πρέπει το σώμα να σηκωθεί,
να πάει με τους άλλους μαζί, να χαρεί
την γιορτή, την απλή χαρά,
να δεχτεί την πλούσια συμμετοχή,
να παραδεχτεί τη χαρά προσιτή.
Ανάσταση να χαρεί, λευτεριά
ύστερ’ απ’ το πλήθος του πόνου,
πίστη, την αγάπη του ανθρώπου.

Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης, 1951. Πηγή: Πες το με ποίηση

Τάσος Λειβαδίτης- Ανάσταση

Δε σ’ ακολουθώ πια» φώναξα, μα εκείνος μ’ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα, πού πηγαίναμε; στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μη μας γκρεμίσουν,
 
κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους,
 
κι αυτό το κάθαρμα ο άμαξας προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του, έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου,
 
τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος,
γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.

Από τη συλλογή Νυχτερινός επισκέπτης (1972), ενότητα Διασπορά. Πηγή: Λωτοφάγοι

Καλή Ανάσταση σε όλους!

Please follow and like us:
0
fb-share-icon403
Tweet 20
Pin Share20

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Social media & sharing icons powered by UltimatelySocial
Write my Mind
Verified by MonsterInsights